δισκο-ειδής

δισκο-ειδής, ές, diskus-, scheibenförmig, D. L. 8, 77; Plut. plac. phil. 2, 27.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δακτυλιοειδής — ( ούς), ές 1. αυτός που έχει σχήμα δακτυλίου 2. ανατ. «δακτυλιοειδής χόνδρος» ο κατώτερος από αυτούς που αποτελούν τον σκελετό τού λάρυγγα 3. αστρον. «δακτυλιοειδής έκλειψη ηλίου» ηλιακή έκλειψη κατά την οποία ο μαύρος δίσκος τής Σελήνης δεν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”