δεσμευτικός

δεσμευτικός, zum Binden tauglich, Plat. Legg. VIII, 847 d.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεσμευτικός — ή, ό (AM δεσμευτικός, ή, όν) [δεσμεύω] αυτός που επιφέρει δέσμευση («δεσμευτικοί όροι συμβολαίου») …   Dictionary of Greek

  • δεσμευτικός — ή, ό αυτός που δεσμεύει: Σε κάθε συμβόλαιο υπάρχουν δεσμευτικοί όροι και για τις δύο πλευρές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεσμευτικοῦ — δεσμευτικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσμιος — α, ο (AM δέσμιος, ία, ιον Α και ος, ον) [δεσμός] 1. δεμένος με δεσμά, δεσμώτης 2. αυτός που δεν έχει ελευθερία δράσεως, ο υποχείριος («δέσμιος τών δανειστών του», «δέσμιοι του σκότους») αρχ. μσν. απόλυτα αφοσιωμένος («Παῡλος δέσμιος Χριστοῡ») αρχ …   Dictionary of Greek

  • περιοριστικός — ή, ό / περιοριστικός, ή, όν, ΝΜΑ [περιορίζω] αυτός που καθορίζει, που επιβάλλει όρια νεοελλ. 1. δεσμευτικός, κατασταλτικός («επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα») 2. φρ. «περιοριστικές κρίσεις» (λογ.) οι κρίσεις τών οποίων το κατηγορούμενο εκφράζεται… …   Dictionary of Greek

  • περιοριστικός — ή, ό αυτός που περιορίζει, δεσμευτικός: Περιοριστικές διατάξεις του νόμου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”