δεσμίς

δεσμίς, ίδος, ἡ, dim. zu δεσμή, Hippocr. Theophr.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεσμίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίς — η βλ. δεσμίδα …   Dictionary of Greek

  • δεσμίδα — δεσμίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίδας — δεσμίς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίδι — δεσμίς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίδα — η (AM δεσμίς) [δέσμη] μικρή δέσμη (α. «δεσμίδες χαρτιού» β. «δεσμίδες χαρτονομισμάτων» γ. «μίνθης δεσμίδα μικρήν» ένα μικρό μάτσο δυόσμο) νεοελλ. ανατ. «δεσμίδα νευρική» συστοιχία από νευρικές ίνες συνταγμένες πυκνά και παράλληλα, οι οποίες… …   Dictionary of Greek

  • δεσμίδιο — το (AM δεσμίδιον) [δεσμίς] νεοελλ. βοτ. γένος μονοκύτταρων φυτών, τής τάξης τών Συζυγών, τής οικογένειας Δεσμιδιίδες αρχ. μσν. μικρή δεσμίδα αρχ. μικρός επίδεσμος …   Dictionary of Greek

  • δεσμίζω — (Μ) [δεσμίς] συσκευάζω σε δεσμίδες …   Dictionary of Greek

  • Παπαδοπούλου, Αλεξάνδρα — (1868 – 1907). Ελληνίδα παιδαγωγός και συγγραφέας από την Κωνσταντινούπολη. Μετά τις σπουδές της δίδαξε σε δημοτικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης, του Βουκουρεστίου και της Θεσσαλονίκης. Αρχικά με το ψευδώνυμο Σατανίσκη και αργότερα με το όνομά… …   Dictionary of Greek

  • ԿԱՊԱՐԱՆ — (ի, աց.) NBH 1 1054 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 10c, 11c գ. δέσμα, δέσμωμα, δεσμίς ligamen, vinculum. Որպէս գործի կապելոյ, կապ, կապանք. պարան. լար. զօդ. ... *Կտաւեղէն կապարան (պատանք): Ի կապարենէն արձակէ յանիծից …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • δεσμ' — δεσμί , δεσμίς fem voc sg δεσμά , δεσμός band neut nom/voc/acc pl δεσμέ , δεσμός band masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”