δεσμίδιον

δεσμίδιον, τό, dim. zum vorigen, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεσμίδιον — small bandage neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμιδίου — δεσμίδιον small bandage neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμιδίῳ — δεσμίδιον small bandage neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίδια — δεσμίδιον small bandage neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PONDUS — quod grave est, ita dictum, quia in statera libratum pendet; hinc et pensum. magni in omnibus rebus momenti est. Unde in Pondere, numero ac mensura Deum omnia fecisse, Sapiens ait: c. 11. v. 21. et Statice, Graece Στατικὴ, quae alias Ι᾿ςοῤῥοπικὴ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δεσμίδιο — το (AM δεσμίδιον) [δεσμίς] νεοελλ. βοτ. γένος μονοκύτταρων φυτών, τής τάξης τών Συζυγών, τής οικογένειας Δεσμιδιίδες αρχ. μσν. μικρή δεσμίδα αρχ. μικρός επίδεσμος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”