δεσμῶτις

δεσμῶτις, ιδος, fem. zum vorigen, ποίμνη Soph. Ai. 203; subst., Strab. 6, 1, 15.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεσμῶτις — δεσμώτης prisoner fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμώτης — ο (θηλ. δεσμώτις, η) (AM δεσμώτης, ο θηλ. δεσμῶτις, η) φυλακισμένος νεοελλ. αυτός που επηρεάζεται απόλυτα από κάποιον ή κάτι, δέσμιος («δεσμώτης τού έρωτα»). [ΕΤΥΜΟΛ. Τα δεσμώτης, δεσμωτήριον, δέσμωμα είναι παράγωγα τού δεσμός*, παρεκτεταμένα με… …   Dictionary of Greek

  • Euripide — Statuette d Euripide assis avec la liste de ses œuvres, IIe siècle ap. J. C., musée du Louvre …   Wikipédia en Français

  • Beoto — Saltar a navegación, búsqueda Beoto (en griego antiguo Βοιωτός, Boiôtos) es un personaje de la mitología griega, considerado el antepasado epónimo de los beocios. Era hijo de Poseidón y de Arne, también llamada Melanipa, y hermano gemelo de Eolo …   Wikipedia Español

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”