μακτρισμός

μακτρισμός, , ein komischer Tanz, neben ἴγδις erwähnt, Ath. XIV, 629 e.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μακτρισμός — μακτρισμός, ὁ (Α) είδος αρχαίου ασελγούς χορού, απόκινος* («τὴν δ ἀπόκινον καλουμένην ὄρχησιν... ὕστερον μακτρισμὸν ὠνόμασαν», Αθήν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μακ τού μάσσω «ζυμώνω, μαλάσσω» με επίδραση τών μακτήρ, μάκτρα, μέσω ενός αμάρτυρου *μακτρίζω… …   Dictionary of Greek

  • μακτρισμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακτρισμόν — μακτρισμός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάσσω — (AM, Α αττ. τ. μάττω) 1. ζυμώνω, πιέζω ζύμη μέσα σε ένα καλούπι, ειδικά για μικρές κρίθινες πίτες που τίς έτρωγαν χωρίς να τίς ψήσουν («οὐδεὶς γὰρ αίῃ με μάττοντ ἐσθίειν», Αριστοφ.) 2. κατεργάζομαι, μαλάσσω, «δουλεύω» κάτι με το χέρι, ζυμώνω… …   Dictionary of Greek

  • μακτήρ — μακτήρ, ῆρος, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) α) «μάκτρα» β) «διφθέρα» γ) «μακτρισμός, σχῆμα ὀρχήστρας». [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μακ τού μάσσω «ζυμώνω, μαλάσσω» + επίθημα τήρ] …   Dictionary of Greek

  • μακτρίστρια — μακτρίστρια, ἡ (Α) γυναίκα που χορεύει τον χορό μακτρισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο *μακτρίζω και επίδραση τού μακτρισμός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”