δετή

δετή, , das Bündel, von δέω »binden«, δετός; Hom. zweimal: Iliad. 11, 554. 17, 663 καιόμεναί τε δεταί, τάς τε τρεῖ ἐσσύμενός περ, ein Löwe flieht vor brennenden Reisig- oder Kien-Bündeln.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δετῇ — δετή fem dat sg (attic epic ionic) δετός that may be bound fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δετή — fem nom/voc sg (attic epic ionic) δετός that may be bound fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δετή — η βλ. δετός …   Dictionary of Greek

  • δεταί — δετή fem nom/voc pl δετός that may be bound fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δετῆς — δετή fem gen sg (attic epic ionic) δετός that may be bound fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δετ' — δετά̱ , δετή fem nom/voc/acc dual δετά̱ , δετή fem nom/voc sg (doric aeolic) δεταί , δετή fem nom/voc pl δετά , δετός that may be bound neut nom/voc/acc pl δετά̱ , δετός that may be bound fem nom/voc/acc dual δετά̱ , δετός that may be bound fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • TAEDA — an quasi δετὴ, quod esset fax in fasciculum colligata, an ex δᾶς δᾷδος etc. frequenti in usu priscis fuit, unde inter servos, non solum ad Lychnum, ad funale, ad laternam Lampadophorique, sed et Taedigeri fuêre: Inprimis in Sacris Nuptiis et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δέτις — ( ιδος), η (Α) 1. ο πυρσός 2. κεφάλι σκόρδου. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκορ. του δετή*] …   Dictionary of Greek

  • δετικός — ή, ό 1. όποιος ανήκει ή αναφέρεται στη δέση ή στον δέτη 2. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τα δετικά το ποσό τών χρημάτων που πληρώνεται σε τεχνίτη για βιβλιοδετική εργασία. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1846 στον Α. Ρ. Ραγκαβή] …   Dictionary of Greek

  • δετός — ή, ό (AM δετός, ή, όν) [δω (δέω)] 1. αυτός ο οποίος μπορεί να δεθεί ή να συνδεθεί 2. ο δεμένος, ο δέσμιος νεοελλ. 1. το αρσ. ως ουσ. ο δετός είδος χορού που τον χορεύουν πολλοί μαζί συμπλέκοντας τα χέρια 2. (για το σώμα και τα σαρκώδη μέλη του) ο …   Dictionary of Greek

  • δετάς — δετά̱ς , δετή fem acc pl δετά̱ς , δετός that may be bound fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”