δευρί

δευρί, att. verstärktes δεῠρο, Ar. Eccl. 1074 u. öfter; Dem. 18, 232; Plut. Cam. 33.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δευρί — επίρρ. (Α) αττ. επιτ. τ. τού δεύρο*. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. δεύρο] …   Dictionary of Greek

  • δευρί — δεῦρο hither indeclform iota̱intens (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύρο — δεῡρο και δεύρω και αιολ. δεῡρυ και αττ. επιτ. δευρί και δεῡρε και δευρεί) (Α) 1. (με ρήματα κινήσεως σημαντικά) εδώ, προς τα εδώ («ἦλθον αἰχμητάων δεῡρο μαχησόμενος», Ιλ.) 2. φρ. «τὰ δεῡρο» τα αισθητά όντα 3. (σε συζητήσεις, επιχειρήματα και… …   Dictionary of Greek

  • — (Α) στοιχείο που προστίθεται στο τέλος τών δεικτικών αντωνυμιών και επιρρημάτων προς επίταση τής έννοιας τους (α. «τουτί» β. «δευρί»). [ΕΤΥΜΟΛ. Καταληκτικό δεικτικό επιτατικό μόριο που μαρτυρείται σε ΙΕ τ. (πρβλ. χεττιτ. aši, eni , πιθ. λατ. uti) …   Dictionary of Greek

  • αύθις — αὖθις, (επικ. κ. ιων.) αὖτις επίρρ. (Α) 1. πίσω στο ίδιο σημείο απ όπου ξεκίνησε κανείς («αὖτις βαίνειν», «τὴν αὐτὴν ὁδὸν αὖτις», «δευρὶ καὖθις ἐκεῑσε») 2. χρον. πάλι, ξανά 3. αργότερα, στο προσεχές μέλλον («ταῡτα μεταφρασόμεθα καὶ αὖθις» αυτά θα …   Dictionary of Greek

  • κυρηβάζω — και, κατά τον Ησύχ., κυριβάζω (Α) 1. χτυπώ με τα κέρατα σαν τράγος ή σαν κριάρι 2. γεν. μάχομαι 3. μτφ. προσκρούω, πλήττω, χτυπώ («ἤν δ ὑπεκκλίνῃ γε δευρί, τὸ σκέλος κυρηβάσει», Αριστοφ.) 4. μέσ. κυρηβάζομαι και κυριβάζομαι (μτφ) λοιδορούμαι.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”