δευτερεύω

δευτερεύω, der Zweite dem Range, der Beschaffenheit nach sein, τινί, sich Jemand unterordnen, od. nach ihm die zweite Rolle spielen, Plut. Eum. 13; τινός, Jemandem nachstehen, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δευτερεύω — to be second pres subj act 1st sg δευτερεύω to be second pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύω — (AM δευτερεύω) [δεύτερος] 1. είμαι ο δεύτερος, κατέχω την αμέσως επόμενη θέση μετά τον πρώτο 2. δεν έχω μεγάλη σημασία ή αξία, βρίσκομαι σε κατώτερη θέση («ασχολείται με δευτερεύοντα θέματα») μσν. νεοελλ. ο Δευτερεύων τιμητικό οφφίκιο που… …   Dictionary of Greek

  • δευτερεύω — βρίσκομαι ή έρχομαι δεύτερος στη σειρά: Η διασκέδαση δευτερεύει στην καθημερινότητά μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δευτερεύσει — δευτερεύω to be second aor subj act 3rd sg (epic) δευτερεύω to be second fut ind mid 2nd sg δευτερεύω to be second fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερευόντων — δευτερεύω to be second pres part act masc/neut gen pl δευτερεύω to be second pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεῦον — δευτερεύω to be second pres part act masc voc sg δευτερεύω to be second pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύει — δευτερεύω to be second pres ind mp 2nd sg δευτερεύω to be second pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύοντα — δευτερεύω to be second pres part act neut nom/voc/acc pl δευτερεύω to be second pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύοντι — δευτερεύω to be second pres part act masc/neut dat sg δευτερεύω to be second pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύουσι — δευτερεύω to be second pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δευτερεύω to be second pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερεύουσιν — δευτερεύω to be second pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δευτερεύω to be second pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”