δευτερο-γενής

δευτερο-γενής, ές, zum zweiten, später entstehend, Antig. Caryst. 118.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τριτογενής — ές / τριτογενής, οῡς, ἡ, ΝΑ, θηλ. γεν. και έος, Α νεοελλ. 1. ο τρίτος κατά τη σειρά γέννησης ή δημιουργίας του 2. φρ. «τριτογενής περίοδος» ή, απλώς, «το τριτογενές» διάστημα τού γεωλογικού χρόνου στη διάρκεια τού οποίου δημιουργήθηκαν οι… …   Dictionary of Greek

  • πρωτογενής — Ζωγράφος και γλύπτης που έζησε στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Ο Πλίνιος τον αναφέρει ως σύγχρονο του Απελλή και του Αριστείδη. Καταγόταν από φτωχή ροδιακή οικογένεια και γεννήθηκε στην Καύνο της Καρίας. Εργάστηκε τόσο στη Ρόδο, όσο και στην Αθήνα. Ο… …   Dictionary of Greek

  • τιμή — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται η ποσότητα χρήματος που δίνεται σε αντάλλαγμα αγαθών ή υπηρεσιών ή, πιο συγκεκριμένα, η αξία των αγαθών και των υπηρεσιών εκφραζόμενη σε χρήμα. Συχνά, αντί για τη λέξη τ., προτιμούν να χρησιμοποιούν, ειδικά στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”