δευτερίας

δευτερίας, ὁ, οἶνος, Poll. 6, 17, der Nachwein, Tresterwein, Lauer.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δευτερίας — (ενν. οίνος), ο (Α) το κρασί που παράγεται από τη δεύτερη σύνθλιψη τών αποπιεσμάτων τών σταφυλιών με την προσθήκη και νερού …   Dictionary of Greek

  • δευτερίας — δευτερίᾱς , δευτέριος of inferior quality fem acc pl δευτερίᾱς , δευτέριος of inferior quality fem gen sg (attic doric aeolic) δευτερίᾱς , δευτερίας seconds masc acc pl δευτερίᾱς , δευτερίας seconds masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεριῶν — δευτερίας seconds masc gen pl δευτεριάζω play the second part fut part act masc voc sg δευτεριάζω play the second part fut part act neut nom/voc/acc sg δευτεριάζω play the second part fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερία — δευτερίᾱ , δευτέριος of inferior quality fem nom/voc/acc dual δευτερίᾱ , δευτέριος of inferior quality fem nom/voc sg (attic doric aeolic) δευτερίᾱ , δευτερίας seconds masc nom/voc/acc dual δευτερίας seconds masc voc sg δευτερίᾱ , δευτερίας… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στεμφυλίτης — ο, ΝΑ, και θηλ. στεμφυλῑτις, ίτιδος, Α νεοελλ. (ενν. οίνος) κρασί που λαμβάνεται από δεύτερη σύνθλιψη τών στεμφύλων, τών τσίπουρων, ο δευτερίας οίνος αρχ. 1. αυτός που παρασκευάζεται από σταφύλια πατημένα στον ληνό 2. το αρσ. ως ουσ. αγγείο για… …   Dictionary of Greek

  • δευτερίαν — δευτερίᾱν , δευτέριος of inferior quality fem acc sg (attic doric aeolic) δευτερίᾱν , δευτερίας seconds masc acc sg (attic epic doric aeolic) δευτερίας seconds masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτερίᾳ — δευτερίᾱͅ , δευτέριος of inferior quality fem dat sg (attic doric aeolic) δευτερίαι , δευτερίας seconds masc nom/voc pl δευτερίᾱͅ , δευτερίας seconds masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεριά — η 1. η δεύτερη φορά 2. η δεύτερη θέση ιδίως σε αγώνες 3. η δεύτερη ελαιοτρίβηση 4. το κρασί δευτερίας …   Dictionary of Greek

  • δεύτερος — η, ο και δεύτερος, δευτέρα, ο (AM δεύτερος, α, ον) Ι. 1. αυτός που φθάνει, έρχεται ή γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο (σε διαδοχή χρόνου) (α. «τερμάτισε δεύτερος» β. «γεννήθηκε δεύτερος» γ. «δεύτερος αὖ προΐει ἔγχος» έσυρε δεύτερος το ξίφος) 2.… …   Dictionary of Greek

  • εντρυγηφάνιον — ἐντρυγηφάνιον, το (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὁ δεύτερος οἶνος», δηλ. το κρασί που παράγεται από τη δεύτερη σύνθλιψη (πάτημα) τών αποπιεσμάτων τών σταφυλιών (τών στεμφύλων) με την προσθήκη νερού, κν. μαγγανίτης, λάγγερο, τσιπούρας βλ. και δευτερίας,… …   Dictionary of Greek

  • μαγγανίτης — Ορυκτό υδροξείδιο του μαγγανίου με χημικό τύπο MnΟ (OH). Κρυσταλλώνεται στο μονοκλινές σύστημα (αν και φαίνεται ότι είναι ορθορομβικός), είναι εύθραυστος και οι κρύσταλλοί του είναι πρισματικοί ψευδοορθορομβικοί με υπομεταλλική στιλπνότητα. Ο μ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”