δευτεραῖος

δευτεραῖος, am zweiten Tage, ἦν ἐκ τοῦ ἄστεος ἐν Σπάρτῃ Her. 6, 106; δευτεραῖοι ἦλϑον Xen. Cyr. 5, 2, 1; Pol. 2, 70 u. Sp. Auch τῇ δευτεραίᾳ ἦλϑε, Her. 4, 113.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δευτεραίος — δευτεραῑος, α, ον (Α) 1. αυτός που γίνεται ή πράττει κάτι τη δεύτερη μέρα 2. το θηλ. ως ουσ. φρ. «τῇ δευτεραίᾳ», «τῇ δευταραίη» κατά τη δεύτερη μέρα, την επομένη …   Dictionary of Greek

  • δευτεραῖος — on the second day masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεραῖον — δευτεραῖος on the second day masc acc sg δευτεραῖος on the second day neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεραῖα — δευτεραῖος on the second day neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεραῖαι — δευτεραῖος on the second day fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεραῖοι — δευτεραῖος on the second day masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεραία — δευτεραί̱ᾱ , δευτεραῖος on the second day fem nom/voc/acc dual δευτεραί̱ᾱ , δευτεραῖος on the second day fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτεραίας — δευτεραί̱ᾱς , δευτεραῖος on the second day fem acc pl δευτεραί̱ᾱς , δευτεραῖος on the second day fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PHIDIPPIDES — Graece φειδιππίδης, cursor insignis, quem biduô Athenis Lacedaemonem pervenisse, tradit Herodot. l. 6. Δευτεραῖος ἐκ τοῦ Ἀθηναίων ἄςτεως ἦν εν Σπάρτῃ. Male Philippides aliis. Vide ibi …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δεύτερος — η, ο και δεύτερος, δευτέρα, ο (AM δεύτερος, α, ον) Ι. 1. αυτός που φθάνει, έρχεται ή γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο (σε διαδοχή χρόνου) (α. «τερμάτισε δεύτερος» β. «γεννήθηκε δεύτερος» γ. «δεύτερος αὖ προΐει ἔγχος» έσυρε δεύτερος το ξίφος) 2.… …   Dictionary of Greek

  • διήμερος — η, ο (AM διήμερος, ον) 1. αυτός που διαρκεί δύο μέρες 2. αυτός που έχει ηλικία δύο ημερών νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το διήμερο διάστημα δύο ημερονυκτίων αρχ. 1. το ουδ. ως ουσ. το διήμερον χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι τέσσερεις ώρες 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”