διφρευτής

διφρευτής, , der Wagenlenker, Soph. Ai. 844.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διφρευτής — διφρευτής, ο (Α) [διφρεύω] διφρηλάτης …   Dictionary of Greek

  • διφρευτήν — διφρευτής charioteer masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διφρευτῶν — διφρευτής charioteer masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διφρευτά — διφρευτά̱ , διφρευτής charioteer masc nom/voc/acc dual διφρευτής charioteer masc voc sg διφρευτής charioteer masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”