διφρεία

διφρεία, , das Fahren mit dem Wagen, Xen. Cyr. 6, 1, 27 u. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διφρεία — διφρείᾱ , διφρεία chariot driving fem nom/voc/acc dual διφρείᾱ , διφρεία chariot driving fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διφρεία — διφρεία, η (AM) [διφρεύω] διφρηλασία, οδήγηση άρματος …   Dictionary of Greek

  • διφρείας — διφρείᾱς , διφρεία chariot driving fem acc pl διφρείᾱς , διφρεία chariot driving fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διφρείαν — διφρείᾱν , διφρεία chariot driving fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διφρεῖαι — διφρεία chariot driving fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διφρείαις — διφρεία chariot driving fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίφρευσις — δίφρευσις, η (Α) [διφρεύω] η διφρεία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”