διφρίον

διφρίον, τό, dim. von δίφρος, kleiner Stuhl, Tim. Lex. Plut. p. 233. 273.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διφρίον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επισφελίτης — ἐπισφελίτης, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὁ θρανίτης σφέλας γὰρ τὸ ταπεινὸν διφρίον, τὸ ὑποπόδιον τοιοῡτος δὲ καὶ ὁ θρᾱνος, ἔχει δὲ τὴν ἄνω ἕδραν» …   Dictionary of Greek

  • διφρία — διφρίᾱ , δίφριος of a chariot fem nom/voc/acc dual διφρίᾱ , δίφριος of a chariot fem nom/voc sg (attic doric aeolic) διφρίον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διφρίων — δίφριος of a chariot fem gen pl δίφριος of a chariot masc/neut gen pl διφρίον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”