δι-φυής

δι-φυής, ές, von doppelter Natur, doppelgestaltig, die Bildung zweier Wesen in sich vereinigend; Ἔχιδνα Her. 4, 9; von den Kentauren, Soph. Tr. 1085, wie Isocr. 10, 26; Κέκροψ D. Sic. 1, 29; Πάν Plat. Crat. 408 d; Ἔρως, von der Gemeinschaft beider Geschlechter, Orph. Arg. 14. – Uebh. = doppelt, zwiefach; κόραι Ion; ὀφρύες, στῆϑος διφυὲς μαστοῖς, Arist. H. A. 1, 9. 12; πτέρυγες Strat. 63 (XII, 221); ἱμάτια διττὰ καὶ διφυῆ Plut. adv. St. 44.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πενταφυής — ές, Α αυτός που έχει πενταπλή φύση. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντα * + φυής (< φύω, φύομαι), πρβλ. δι φυής] …   Dictionary of Greek

  • τριφυής — ές, ΜΑ αυτός που έχει τριπλή φύση, που έχει τρεις μορφές ενωμένες σε ενιαίο οργανισμό, όπως η χίμαιρα, που είχε κεφάλι λέαινας, σώμα γίδας και ουρά φιδιού («θηρίον αλλόκοτον τριφυές τε καὶ τρίμορφον», Θεόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι * + φυής (< φύω… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”