διφθερίας

διφθερίας, , der mit einem Kleide aus Ziegenfellen, διφϑέρα, Bekleidete, Luc. Tim. 8; Posidipp. Ath. X, 414 e. Nach Poll. 4, 137 ein Sklav in der Tragödie; nach Varr. R. R. 2, 11 in der Tragödie alte Leute, in der Komödie Landleute.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διφθερίας — διφθερίας, ο (Α) αυτός που φορεί διφθέρα (στους τραγικούς ποιητές, δούλοι με διφθέρα στους κωμικούς, γέροι αγρότες) …   Dictionary of Greek

  • διφθερίας — διφθερίᾱς , διφθερίας clad in a leathern jerkin masc acc pl διφθερίᾱς , διφθερίας clad in a leathern jerkin masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διφθερίαι — διφθερίας clad in a leathern jerkin masc nom/voc pl διφθερίᾱͅ , διφθερίας clad in a leathern jerkin masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διφθερίᾳ — διφθερίαι , διφθερίας clad in a leathern jerkin masc nom/voc pl διφθερίᾱͅ , διφθερίας clad in a leathern jerkin masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • DIPHTHERA — propria servorum olim, cum exomide, vestis fuit. Unde apud Aristoph. Vespis conqueruntur urbani senes, Philocleonem herum a servis suis domi clausum, sub custodia teneri, oblitis munerum quae ab eo acceperant; neque enim illos subire memoriam… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • διφθέρα — I Το κατεργασμένο δέρμα που χρησιμοποιούσαν για γραφή οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά και το δερμάτινο ένδυμα των πιο φτωχών, αγροτών ή βοσκών, που κάλυπτε και το κεφάλι. Κατά τον Ηρόδοτο, οι Ίωνες ονόμαζαν δ. τα βιβλία από πάπυρο, επειδή παλαιότερα,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”