διχό-μην

διχό-μην, ηνος, im dat. und acc. für διχόμηνος, Arat. 78. S. Lob. parall. 171.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πολύγνωμος — η, ο / πολύγνωμος, ον ΝΜΑ νεοελλ. 1. αυτός που έχει πολλές γνώμες 2. αυτός που έχει πολλές και διαφορετικές γνώμες πάνω σε ένα θέμα και δεν μπορεί να αποφασίσει, αναποφάσιστος («πάρε μια απόφαση, μην είσαι πολύγνωμος») αρχ. πολυγνώμων*. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”