διχαστής

διχαστής, , der Theilende, zur Erkl. von δικαστής ven Arist. Ath. Nic. 5, 4. 9 gebildet.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διχαστής — divider masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχαστής — ο (θηλ. διχάστρια, η) (AM διχαστής) [διχάζω] νεοελλ. αυτός που προκαλεί διχασμό αρχ. αυτός που διαιρεί, που διαμοιράζει κάτι …   Dictionary of Greek

  • διχαστής — ο θηλ. διχάστρια αυτός που προκαλεί διχασμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διχαστῶν — διχαστής divider masc gen pl διχαστός divisible by two fem gen pl διχαστός divisible by two masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”