διχασμός

διχασμός, , dasselbe, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διχασμός — division into two parts masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχασμός — (Ιατρ.).Θέση στην οποία μια απλή δομή, όπως είναι η τραχεία, διαχωρίζεται σε δύο κλάδους. * * * ο (AM διχασμός) [διχάζω] διαίρεση σε δύο μέρη, διχοτόμηση νεοελλ. 1. διχογνωμία, διαφωνία, διαίρεση σε δύο αντίπαλες παρατάξεις («διχασμός κόμματος»)… …   Dictionary of Greek

  • διχασμός — ο 1. χωρισμός στα δύο: Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού οδήγησαν στο διχασμό της κοινής γνώμης. 2. μτφ., διχογνωμία, διχόνοια: Όπου βασιλεύει ο διχασμός δεν υπάρχει προκοπή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διχασμός — [дихазмос] ουσ. а. раздвоение, раскол …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διχασμός — [дихасмос] ουσ. а. раскол …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διχασμούς — διχασμός division into two parts masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχασμόν — διχασμός division into two parts masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Im Anfang war das Wort — Epsilon Inhaltsverzeichnis 1 Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ …   Deutsch Wikipedia

  • In vino veritas — Epsilon Inhaltsverzeichnis 1 Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ …   Deutsch Wikipedia

  • Liste griechischer Phrasen/Epsilon — Epsilon Inhaltsverzeichnis …   Deutsch Wikipedia

  • Constantin I de Grèce — Constantin Ier de Grèce Pour les articles homonymes, voir Constantin Ier. Constantin Ier de …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”