βακχευτικός

βακχευτικός, bacchantisch, Arist. pol. 8, 7, 14.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • βακχευτικός — βακχευτικός, ή, όν (Α) [βακχεύω] όποιος επιδίδεται σε διονυσιακά όργια …   Dictionary of Greek

  • Βακχευτικῶν — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels fem gen pl Βακχευτικός disposed to Bacchic revels masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτικῶν — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels fem gen pl Βακχευτικός disposed to Bacchic revels masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτικόν — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels masc acc sg Βακχευτικός disposed to Bacchic revels neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτικόν — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels masc acc sg Βακχευτικός disposed to Bacchic revels neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτικοῖς — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτικοῖς — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτικῶς — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτικῶς — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτικῷ — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτικῷ — Βακχευτικός disposed to Bacchic revels masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”