βακχευτής

βακχευτής, , der bacchisch Begeisterte, Bacchant, Beiname des Dionysos, Orph. H. 46; Antip. Th. 27 (Plan. 290); des Pan, Orph. H. 11, 21. – Adj., ῥυϑμός Agath. 24 (XI, 64).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Βακχευτής — a Bacchanal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτής — a Bacchanal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτής — ο (Α βακχευτής, ο, θηλ. βακχεύτρια, η) αυτός που κατέχεται από βακχική μανία …   Dictionary of Greek

  • Βακχευταί — Βακχευτής a Bacchanal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευταί — Βακχευτής a Bacchanal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτοῦ — Βακχευτής a Bacchanal masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτοῦ — Βακχευτής a Bacchanal masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτᾷ — Βακχευτής a Bacchanal masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτᾷ — Βακχευτής a Bacchanal masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχευτήν — Βακχευτής a Bacchanal masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχευτήν — Βακχευτής a Bacchanal masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”