βακχεύσιμος

βακχεύσιμος, bacchisch begeistert, Eur Bacch. 298.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • βακχεύσιμος — βακχεύσιμος, ον (Α) γεμάτος βακχική μανία …   Dictionary of Greek

  • Βακχεύσιμον — Βακχεύσιμος Bacchanalian masc/fem acc sg Βακχεύσιμος Bacchanalian neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχεύσιμον — Βακχεύσιμος Bacchanalian masc/fem acc sg Βακχεύσιμος Bacchanalian neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”