βακχειακός

βακχειακός, , sc. πούς, Bacchius, Versfuß, ñ – –.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Βακχειακόν — Βακχειακός masc acc sg Βακχειακός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχειακοῖς — Βακχειακός masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”