βακχιάς

βακχιάς, άδος, = βάκχη, oft bei Nonn.; adj. bacchisch, λάγυνος M. Arg. 21 (VI, 248); ὀπώρα Agath. 59 (VI, 72).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • βακχιάς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχίας — Βακχίᾱς , Βάκχιος of fem acc pl Βακχίᾱς , Βάκχιος of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχίας — βακχίᾱς , Βάκχειος of fem acc pl βακχίᾱς , Βάκχειος of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδας — Βακχιάς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδες — Βακχιάς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδεσσιν — Βακχιάς fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδι — Βακχιάς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδος — Βακχιάς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδων — Βακχιάς fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”