βακχεία

βακχεία, , 1) Bacchusfest, auch im plur., Eur. Bacch. 215 u. Sp. – 2) (Bacchische) Begeisterung; ἡ φιλόσοφος β. Plat. Conv. 218 b; vgl. Legg. VII, 790 e; so Sp., bes. Plut. – 3) bei Aesch. Ch. 687 die Bacchantin.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Βακχεία — Βακχείᾱ , Βακχεία Bacchic frenzy fem nom/voc/acc dual Βακχείᾱ , Βακχεία Bacchic frenzy fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Βακχείᾱ , Βακχεῖος of fem nom/voc/acc dual Βακχείᾱ , Βακχεῖος of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχεία — βακχείᾱ , Βάκχειος of fem nom/voc/acc dual βακχείᾱ , Βάκχειος of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) βακχείᾱ , Βακχεία Bacchic frenzy fem nom/voc/acc dual βακχείᾱ , Βακχεία Bacchic frenzy fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχείᾳ — Βακχείᾱͅ , Βακχεία Bacchic frenzy fem dat sg (attic doric aeolic) Βακχείᾱͅ , Βακχεῖος of fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχείᾳ — βακχείᾱͅ , Βάκχειος of fem dat sg (attic doric aeolic) βακχείᾱͅ , Βακχεία Bacchic frenzy fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχεῖα — of neut nom/voc/acc pl Βακχεῖον Bacchic revelry neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχεία — Στην αρχαιότητα, γιορτές προς τιμήν του Βάκχου, οι οποίες από τη Μεγάλη Ελλάδα πέρασαν στη Ρώμη με την ονομασία Bacchanal (από το όνομα του Βάκχου = Bacchus), η οποία στα ελληνικά έχει αποδοθεί Μπακανάλια ή Βακ(χ)ανάλια και έτσι έχει επικρατήσει …   Dictionary of Greek

  • βακχεῖα — Βάκχειος of neut nom/voc/acc pl Βακχεῖον Bacchic revelry neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχείας — Βακχείᾱς , Βακχεία Bacchic frenzy fem acc pl Βακχείᾱς , Βακχεία Bacchic frenzy fem gen sg (attic doric aeolic) Βακχείᾱς , Βακχεῖος of fem acc pl Βακχείᾱς , Βακχεῖος of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχείας — βακχείᾱς , Βάκχειος of fem acc pl βακχείᾱς , Βάκχειος of fem gen sg (attic doric aeolic) βακχείᾱς , Βακχεία Bacchic frenzy fem acc pl βακχείᾱς , Βακχεία Bacchic frenzy fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχεῖ' — βακχεῖα , Βάκχειος of neut nom/voc/acc pl βακχεῖε , Βάκχειος of masc voc sg βακχεῖαι , Βάκχειος of fem nom/voc pl βακχεῖο , Βακχάω to be in Bacchic frenzy pres opt mp 2nd sg (epic ionic) βακχεῖαι , Βακχάω to be in Bacchic frenzy pres ind mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχείαι — Βακχείᾱͅ , Βακχεία Bacchic frenzy fem dat sg (attic doric aeolic) Βακχείᾱͅ , Βακχεῖος of fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”