βακχιώτης

βακχιώτης, ὁ, = βακχευτής, Soph. O. C. 683, vor Herm. βακχειώτης.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • βακχιώτης — βακχιώτης, ο (Α) [Βάκχος] ο βακχευτής …   Dictionary of Greek

  • βακχιώτας — βακχιώτᾱς , Βακχιώτης masc acc pl βακχιώτᾱς , Βακχιώτης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάκχος — I Προσωνυμία του Διόνυσου. Στη λατινική μυθολογία, ο Β. (Bacchus) αντιπροσωπεύει τη φυτική ζωή και οι γιορτές που γίνονταν προς τιμήν του (Βακχεία) είχαν γνωρίσει εξαιρετική ανάπτυξη. Ρωμαϊκό γλυπτό που εικονίζει τον θεό Βάκχο. Ο Βάκχος σε πίνακα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”