βακχεῖος

βακχεῖος, od. βάκχειος, bacchisch, den Bacchus, seinen Dienst betreffend, βότρυς Soph. frg. 239; ὄρχησις Plat. Legg. VII, 815 c; begeistert, trunken, wahnsinnig, κάρα Eur. Hec. 676; νόμος 685; ῥυϑμός Xen. Symp. 9, 3; dah. Beiname des Dionysos, ὁ Βάκχειος Διόνυσος H. h. 18, 46; vgl. Her. 4, 79; βακχεῖος ϑεός Soph. O. R. 1105; δεσπότης Ar. Thesm. 988; ἄναξ Orph. H. 29; Βακχεῖος als subst., = Βάκχος, Soph. Ant. 154, wo jetzt Βάκχιος steht; Paus. 2, 2, 6. Auch sc. πούς, wie βακχειακός, ein Versfuß, ñ – – od. – – ñ.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Βάκχειος — of masc nom sg Βακχείος masc nom sg Βάκχεῑος , Βακχεῖος of masc nom sg Βακχεῖος of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχεῖος — Βάκχειος of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκχειος — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκχειος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Γιατρός από την Τανάγρα της Βοιωτίας (3oς αι. π.Χ.). Μαθητής του Ηρόφιλου, που άσκησε την ιατρική ως υπομνηματιστής του Ιπποκράτη. 2. Μιλήσιος άγνωστης εποχής, που έγραψε σημαντικά συγγράμματα για τη γεωργία, όπως… …   Dictionary of Greek

  • Βακχείων — Βάκχειος of masc gen pl Βακχείος masc gen pl Βακχεῖα of neut gen pl Βακχεί̱ων , Βακχεῖον Bacchic revelry neut gen pl Βακχεί̱ων , Βακχεῖος of masc gen pl Βακχεῖος of fem gen pl Βακχεῖος of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάκχειον — Βάκχειος of masc acc sg Βακχείος masc acc sg Βάκχεῑον , Βακχεῖος of masc acc sg Βακχεῖος of masc acc sg Βακχεῖος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχείοιν — Βάκχειος of masc gen/dat dual Βακχείος masc gen/dat dual Βακχεί̱οιν , Βακχεῖον Bacchic revelry neut gen/dat dual Βακχεί̱οιν , Βακχεῖος of masc gen/dat dual Βακχεῖος of masc/neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχείοις — Βάκχειος of masc dat pl Βακχείος masc dat pl Βακχεῖα of neut dat pl Βακχεί̱οις , Βακχεῖον Bacchic revelry neut dat pl Βακχεί̱οις , Βακχεῖος of masc dat pl Βακχεῖος of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχείοισι — Βάκχειος of masc dat pl (epic ionic aeolic) Βακχείος masc dat pl (epic ionic aeolic) Βακχεῖα of neut dat pl (epic ionic aeolic) Βακχεί̱οισι , Βακχεῖον Bacchic revelry neut dat pl (epic ionic aeolic) Βακχεί̱οισι , Βακχεῖος of masc dat pl (epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχείου — Βάκχειος of masc gen sg Βακχείος masc gen sg Βακχεί̱ου , Βακχεῖον Bacchic revelry neut gen sg Βακχεί̱ου , Βακχεῖος of masc gen sg Βακχεῖος of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχείῳ — Βάκχειος of masc dat sg Βακχείος masc dat sg Βακχεί̱ῳ , Βακχεῖον Bacchic revelry neut dat sg Βακχεί̱ῳ , Βακχεῖος of masc dat sg Βακχεῖος of masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”