βακχεῖον

βακχεῖον, τό, 1) Bacchustempel, Ar. Lys. 1. – 2) Im plur. Bacchusfest, -opfer, Bacchanal, Ar. Ran. 360 u. Sp. – 3) Trunkenheit, Eur. Phoen. 21.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Βακχείον — Βακχεῑον, το (Α) 1. ο ναός του Βάκχου 2. η βακχική μανία 3. πληθ. Βακχεῑα και Βάκχια, τα τα βακχικά όργια …   Dictionary of Greek

  • Βακχεῖον — Bacchic revelry neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχεῖον — Βάκχειος of masc acc sg Βάκχειος of neut nom/voc/acc sg Βακχεῖον Bacchic revelry neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάκχειον — Βάκχειος of masc acc sg Βακχείος masc acc sg Βάκχεῑον , Βακχεῖος of masc acc sg Βακχεῖος of masc acc sg Βακχεῖος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκχειον — Βάκχειος of masc acc sg Βάκχειος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάκχος — I Προσωνυμία του Διόνυσου. Στη λατινική μυθολογία, ο Β. (Bacchus) αντιπροσωπεύει τη φυτική ζωή και οι γιορτές που γίνονταν προς τιμήν του (Βακχεία) είχαν γνωρίσει εξαιρετική ανάπτυξη. Ρωμαϊκό γλυπτό που εικονίζει τον θεό Βάκχο. Ο Βάκχος σε πίνακα …   Dictionary of Greek

  • Ιοβάκχεια — Γιορτή προς τιμήν του Διονύσου, την οποία τελούσαν σε ανάμνηση των Θυιάδων και των Βακχίδων, με πορεία από τον Παρνασσό προς τους Δελφούς. Ιόβακχοι, εξάλλου, ονομάζονταν στην αρχαία Αθήνα εκείνοι που αποτελούσαν τον αθηναϊκό θρησκευτικό θίασο… …   Dictionary of Greek

  • κατάρχω — (AM κατάρχω) (ενεργ. και μέσ.) κάνω αρχή, αρχίζω (α. «τίνες κατῆρξαν, πότερον Ἕλληνες μάχης;», Αισχύλ. β. «κατῆρχεν ἤδη ἀναπηδῶν ἐπὶ τοὺς ἵππους», Ξεν. γ. «κατάρχομαι νόμον βακχεῑον», Ευρ.) μσν. αρχ. εξουσιάζω, κυβερνώ αρχ. 1. οδηγώ, δείχνω τον… …   Dictionary of Greek

  • Βακχεῖ' — Βακχεῖαι , Βακχεία Bacchic frenzy fem nom/voc pl Βακχεῖα , Βακχεῖα of neut nom/voc/acc pl Βακχεῖα , Βακχεῖον Bacchic revelry neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχεῖ' — βακχεῖα , Βάκχειος of neut nom/voc/acc pl βακχεῖε , Βάκχειος of masc voc sg βακχεῖαι , Βάκχειος of fem nom/voc pl βακχεῖο , Βακχάω to be in Bacchic frenzy pres opt mp 2nd sg (epic ionic) βακχεῖαι , Βακχάω to be in Bacchic frenzy pres ind mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχεῖα — of neut nom/voc/acc pl Βακχεῖον Bacchic revelry neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”