διχο-γνώμων

διχο-γνώμων, ον, von verschiedener Meinung, uneins, unschlüssig, Plut. ed lib. 14; adv., Poll. 8, 153.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ηδυγνώμων — ἡδυγνώμων, ύγνωμον (Α) αυτός που έχει ευχάριστη, καλή γνώμη («οὐχ ἡδυσώματος... ὁ Γανυμήδης, ἀλλ ἡδυγνώμων ἐν θεοῑς τετίμηται», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ηδυ + γνωμων (< γνώμων), πρβλ. διχο γνώμων, ευ γνώμων] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”