διχάς

διχάς, άδος, ἡ, die Hälfte; Arat. 807. Bei Mathem. ein Längenmaaß, zwei παλαιστή enthaltend.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διχάς — διχάς, η (Α) [δίχα] 1. το μισό 2. μέτρο ίσο με δύο παλάμες, δηλ. μισό πόδι 3. το άνοιγμα τού αντίχειρα και τού δείκτη …   Dictionary of Greek

  • διχάς — the half fem nom sg διχά̱ς , διχή bisection fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίχας — δίχᾱς , διχάω imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχά — διχάς the half fem voc sg διχά̱ , διχή bisection fem nom/voc/acc dual διχά̱ , διχή bisection fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχάδα — διχάς the half fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχάδας — διχάς the half fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχάδος — διχάς the half fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχάσιν — διχάς the half fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Unidades de medida de la antigua Grecia — Este artículo o sección necesita ser wikificado con un formato acorde a las convenciones de estilo. Por favor, edítalo para que las cumpla. Mientras tanto, no elimines este aviso puesto el 22 de septiembre de 2011. También puedes ayudar… …   Wikipedia Español

  • διχ' — διχά , διχάς the half fem voc sg διχά̱ , διχή bisection fem nom/voc/acc dual διχά̱ , διχή bisection fem nom/voc sg (doric aeolic) διχαί , διχή bisection fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχάδε — indeclform (adverb) διχάς the half fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”