βακχίς

βακχίς, ίδος, ἡ, = βάκχη, Soph. Ant. 1116.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Βακχίς — Βακχίς, η (Α) [Βάκχος] η Βάκχη …   Dictionary of Greek

  • βακχίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάκχις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχί — Βακχίς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχίδα — Βακχίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχίδας — Βακχίς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχίδες — Βακχίς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχίδι — Βακχίς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχίδος — Βακχίς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάκχιδος — Βάκχις fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βάκχιν — Βάκχις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”