διψαλέος

διψαλέος, durstig; Batrach. 9; χοῖρος Pallad. 23 (IX, 487) u. a. Sp.; ὀδύνη, Schmerz von heftigem Durste, p. bei Luc. Dips. 6; übertr., trocken; ϑρυαλλίδιον Luc. Tim. 14.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διψαλέος — thirsty masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψαλέος — α, ο (AM διψαλέος) 1. αυτός που έχει μεγάλη δίψα, καταδιψασμένος 2. (για έδαφος) στεγνός, ξερός αρχ. αυτός που προκαλεί δίψα …   Dictionary of Greek

  • διψαλέα — διψαλέος thirsty neut nom/voc/acc pl διψαλέᾱ , διψαλέος thirsty fem nom/voc/acc dual διψαλέᾱ , διψαλέος thirsty fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψαλέαι — διψαλέος thirsty fem nom/voc pl διψαλέᾱͅ , διψαλέος thirsty fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψαλέον — διψαλέος thirsty masc acc sg διψαλέος thirsty neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψαλέη — διψαλέος thirsty fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψαλέην — διψαλέος thirsty fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψαλέης — διψαλέος thirsty fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψαλέοι — διψαλέος thirsty masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψαλέοιο — διψαλέος thirsty masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψαλέοις — διψαλέος thirsty masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”