διψητικός

διψητικός, Durst erregend; Arist. part. anim. 3, 8. Auch = durstend, K. S.; διψητικώτερος, Plut. Symp. 2, 2.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διψητικός — διψητικός, ή, όν (AM) 1. διψαλέος 2. αυτός που προξενεί δίψα …   Dictionary of Greek

  • διψητικά — διψητικός thirsty neut nom/voc/acc pl διψητικά̱ , διψητικός thirsty fem nom/voc/acc dual διψητικά̱ , διψητικός thirsty fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψητικῶν — διψητικός thirsty fem gen pl διψητικός thirsty masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψητικόν — διψητικός thirsty masc acc sg διψητικός thirsty neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψητικώτατα — διψητικός thirsty adverbial superl διψητικός thirsty neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψητικώτατον — διψητικός thirsty masc acc superl sg διψητικός thirsty neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψητικοί — διψητικός thirsty masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψητικούς — διψητικός thirsty masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψητικῶς — διψητικός thirsty adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψητικώταται — διψητικός thirsty fem nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψητικώτατος — διψητικός thirsty masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”