διψάς

διψάς, άδος, ἡ, fem. zu δίψιος; πόρνη, d. i. gierig, Philodem. 22 (XI, 34); dürr, σποδιή Antiphil. 39 (IX, 549); γαῖα Opp. C. 4, 322. – Als subst., eine giftige Schlange, deren Biß heftigen Durst verursachte, Nic. Th. 334; Ael. H. A. 6, 51; ἐχίδνη Antp. Sid. 105 (VII, 172). Bei Theophr. ein dorniges Kraut.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διψάς — διψάς, η (Α) 1. διψασμένη («διψὰς γαῑα») 2. φρ. «διψὰς πόρνη» πόρνη διψασμένη για άντρα 3. ως ουσ. α) ιοβόλος όφις που το δήγμα του προκαλεί αφόρητη δίψα β) είδος αγκαθιού …   Dictionary of Greek

  • διψάς — venomous serpent fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίψας — δίψᾱς , δίψα thirst fem acc pl δίψᾱς , δίψα thirst fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψά — διψάς venomous serpent fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψάδα — διψάς venomous serpent fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψάδας — διψάς venomous serpent fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψάδες — διψάς venomous serpent fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψάδι — διψάς venomous serpent fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψάδος — διψάς venomous serpent fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψάδων — διψάς venomous serpent fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διψάσι — διψάς venomous serpent fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”