δι-ωρυγή

δι-ωρυγή, , das Durchgraben, Plut. Fab. 1, als v. l. wechselnd mit διορυγή u. διωρυχή, die m. s.; vgl. Lob. zu Phryn. p. 231 ff


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὠρυγῇ — ὠρυγή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠρυγή — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ωρυγή — η / ὠρυγή, ΝΑ άγρια φωνή, ουρλιαχτό ζώου αρχ. 1. (ιδίως) η φωνή τών λύκων ή τών σκύλων 2. (κατά τον Ησύχ.) «θόρυβος». [ΕΤΥΜΟΛ. < ὠρύομαι, με ουρανική παρέκταση γ (πρβλ. ἐρεύ γ ομαι (II), ὀρυμαγδός)] …   Dictionary of Greek

  • ὠρύγη — ὠρύ̱γη , ὀρύσσω dig aor ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠρυγῆι — ὠρυγῇ , ὠρυγή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠρυγαῖς — ὠρυγή fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠρυγᾶς — ὠρυγή fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠρυγῆς — ὠρυγή fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠρυγήν — ὠρυγή fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠρυγῶν — ὠρυγή fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • LEO — I. LEO Alabandensis orator, praeter artem de Statibus, composuit Caricorum libros 4. totidemque Lyciacorum, reste Suidâ, qui et scripsisse ait sacrum bellum Phocensium, et Boeotorum. Equidem id negare non ausim, sed tamen fieri poslet, ut eos… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”