δι-ωρία

δι-ωρία, , 1) (ὅρος) ein festgesetzter Zeitpunkt, Termin, auch Vertagung, Ios., VLL. – 21 (ὥρα) Zeit von zwei Stunden, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διορία — η (AM διορία, Α και διωρία) καθορισμένο χρονικό διάστημα, προθεσμία μσν. κατάλληλη περίσταση, ευκαιρία. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. διορία < δι (α)·* + ορία < ορος < όρος και ο τ. διωρία < δι (α)·* + ωρία < ωρος < κρητ. και αργ. ώρος αντί… …   Dictionary of Greek

  • σταυρώνω — σταυρῶ, όω, ΝΜΑ, και σταυρώνω Μ [σταυρός] 1. προσηλώνω κάποιον επάνω στον σταυρό, θανατώνω με σταυρικό θάνατο (α. «αυτοί που σταύρωσαν τον Χριστό» β. «παραδώσουσιν αὐτόν., και σταυρῶσαι» γ. «τοὺς αἰχμαλώτους ἐσταύρωσαν», Πολ.) 2. (το αρσ. μτχ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”