μαιωτικός

μαιωτικός, = μαιευτικός, Sp. – S. auch nom. propr.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μαιωτικός — a fish caught there masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαιωτικός — (I) μαιωτικός, ή, όν (Α) [Μαιώτης] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους Μαιώτες. (II) μαιωτικός, ή, όν (Α) [μαιούμαι] μαιευτικός …   Dictionary of Greek

  • Μαιωτικός — Μαιώτης the Palus Maeotis masc nom sg Μαιωτικός a fish caught there masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαιωτικῶν — μαιωτικός a fish caught there fem gen pl μαιωτικός a fish caught there masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαιωτικόν — μαιωτικός a fish caught there masc acc sg μαιωτικός a fish caught there neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαιωτικοῦ — μαιωτικός a fish caught there masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαιωτικῇ — μαιωτικός a fish caught there fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαιωτική — μαιωτικός a fish caught there fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαιωτικήν — μαιωτικός a fish caught there fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαιωτικῷ — μαιωτικός a fish caught there masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαιωτικῶν — Μαιώτης the Palus Maeotis fem gen pl Μαιώτης the Palus Maeotis masc/neut gen pl Μαιωτικός a fish caught there fem gen pl Μαιωτικός a fish caught there masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”