διωγμός

διωγμός, , die Verfolgung; Aesch. Suppl. 1031; Eur. Or. 412; κυναγετεῖ τέκνων διωγμόν Herc. Fur. 985; in späterer Prosa; D. Sic. 3, 38; Plut. de frat. am. 11.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διωγμός — the chase masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμός — ο καταδίωξη με σκοπό την εξόντωση, κατατρεγμός, αποπομπή: Διωγμός των χριστιανών. – Διωγμός των αντιφρονούντων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διωγμός — ο (AM διωγμός) [διώκω] 1. καταδίωξη 2. καταδίωξη που αποβλέπει σε εξόντωση, κατατρεγμός («οι διωγμοί τών Αρμενίων, τών Εβραίων κ.λπ.», «οἱ διωγμοὶ τῶν Χριστιανῶν») 3. αποπομπή αρχ. κυνήγι …   Dictionary of Greek

  • διωγμός — [дьбгмос] ουσ. а. преследование, гонение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διωγμοῖς — διωγμός the chase masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμοῖσι — διωγμός the chase masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμοί — διωγμός the chase masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμοῦ — διωγμός the chase masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμούς — διωγμός the chase masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμῶν — διωγμός the chase masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμῷ — διωγμός the chase masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”