διόπερ

διόπερ, = διό, eben deshalb; Thuc. 1, 71 u. Folgde; nur deshalb weil, Xen. Mem. 4, 8, 7.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διόπερ — (AM) (επιτατ. τού διό*) γι αυτό ακριβώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < διό* + περ] …   Dictionary of Greek

  • διόπερ — indeclform (conj) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AMMON — I. AMMON Aegyptius, monasticum vitae genus excoluit; et cum suorum impulsione uxorem duxisset, cum illa numquam rem habuit, sed perpetuam cum illa virginitatem servavit. Sozom. l. 1. c. 14. II. AMMON Latin. populus eius, XVII. Iudaeorum Rex… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ARUNDINEAE Scaphae — memorantur Theophrasto, ubi de Indicis arundinibus circa Acesinem, quas adeo craslas et magnas esse ait, ὣςτε ἀκατίοις χρῆςθαι, ut vulgo lemborum vicem praestent. Quod ex Onesicrito Strabo confirmat. Hodieque scribunt, circa Gangem, harundines… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CESCUS — Pamphyliae, seu ut Suidas vult, Ciliciae urbs, Plin. l. 31. c. 2. In Cilicia apud oppid. Crescum, (lege Cescum) rivus fluit Νοῦς, ex quo bibentium sensus subtiles fieri M. Varro tradit. Mirum est, quod hic legas νοῦν, h. e. mentem, hunc fluvium… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SYRTES — mate vadosum et scupulosum Africae inter Byzacenam ad occasum et Cyrenaicam ad ortum longe lateque diffusum; vulpg le Secche di Barbaria, et Baxos di Barbr ia Hispanis, mare Syrticum apud Senecam. In magnam et parvam dividitur. Magna, sinus est… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • επιτελώ — (AM ἐπιτελῶ, έω) [τελώ] πραγματοποιώ, εκτελώ, επιτυγχάνω, αποπερατώνω («ὅπως ἂν ἡ εἰρήνη ἐπιτελεσθῇ», Δημοσθ.) αρχ. 1. εκτελώ («οἱ μὲν νυν ἄλλοι παῑδες τὰ ἐπιτασσόμενα ἐπετέλεον», Ηρόδ.) 2. συμπληρώνω, αποτελειώνω την κατασκευή («ὡς δὲ ἐπετελέσθη …   Dictionary of Greek

  • λύγδος — λύγδος, ἡ (Α) λευκό μάρμαρο, λευκή, στιλπνή πέτρα («διόπερ οὔτε ἡ Παρία λύγδος, οὔτ ἄλλη θαυμαζομένη πέτρα τοῑς Ἀραβίοις λίθοις ἐξισωθῆναι δύναται», Διόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο τ. έχει κατάλ. δος (πρβλ. μόλυβ δος, κίβ δος) και συνδέεται… …   Dictionary of Greek

  • μελισσεύς — μελισσεύς, έως, ὁ (Α) μελισσοκόμος, μελισσουργός («διόπερ καὶ τούτοις οἱ μελισσεῑς ἐκ τῶν τελμάτων, ἀφ ὧν ὑδρεύονται αἱ μέλιτται, θηρεύουσι», Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλισσα + κατάλ. εύς (πρβλ. ιππ εύς)] …   Dictionary of Greek

  • προσυριγγούμαι — όομαι, Α (για τόπο) χαράζομαι με αυλάκια («διόπερ τὸν προσεσυριγγωμένον τόπον ἑλκώσαντες δεῑν κατουλῶσαι», Διόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + συριγγοῦμαι «σχηματίζομαι με αυλάκια» (< σῦριγξ, ιγγος] …   Dictionary of Greek

  • υποκαταβαίνω — ΜΑ [καταβαίνω] μσν. (η μτχ. αρσ. αορ. β ) ὑποκαταβάς (με σημ. επιρρ.) αμέσως παρακάτω («διόπερ ὑπερκαταβὰς ἔφη», Ευστ.) αρχ. 1. κατεβαίνω σιγά σιγά ή κατεβαίνω κρυφά 2. κατέρχομαι κάπως («καὶ αὐτὸς μὲν ἐν τῷ πεδίῳ ὑποκαταβὰς ἐσκήνου», Ξεν.) 3.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”