βαιός

βαιός, ά, όν, klein, gering, βαιὰ ποικίλλειν ἐν μακροῖσιν Pind. P. 9, 77; μέρος Aesch. Ag. 1556; νῆσος Pers. 440; στέγη Soph. Phil. 286; χρόνος, Ggstz οὐχὶμυρίος, Tr. 44; vgl. Phani. 1 (XII, 31) u. öfter; Ggstz der μεγάλοι, vom niedrigen Stande, Ai. 160; τράπεζα Antiphan. Ath. XII, 544 f; oft in Anth., βαιῆς ἄπο, sc. ἡλικίας, von klein auf, Ep. ad 732 (App. 210); βαιότερον, Ggstz von μεῖζον, Parmenid. 106. – Adv. βαιόν, ein wenig, Soph. Ai. 90 u. sp. D.; βαιά Ar. Ach. 2; κατὰ βαιόν, nach und nach, D. Per. 622. In Prosa Hippocr. p. 2, 4 F. im Ggstz von πολλοί.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • βαιός — βαιός, ά, όν (Α) |. 1. μικρός, λίγος 2. ελλιπής, λιγοστός 3. ταπεινός 4. τιποτένιος, ποταπός 5. (για φωνή) χαμηλός, σιγανός 6. (για χρόνο) σύντομος II. (το ουδ. ως επίρρ.) βαιόν λίγο. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας] …   Dictionary of Greek

  • βαιός — little masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαῖος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιά — βαιός little neut nom/voc/acc pl βαιά̱ , βαιός little fem nom/voc/acc dual βαιά̱ , βαιός little fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιότερον — βαιός little adverbial comp βαιός little masc acc comp sg βαιός little neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιοτέρων — βαιός little fem gen comp pl βαιός little masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιόν — βαιός little masc acc sg βαιός little neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιαί — βαιός little fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιοτάτη — βαιός little fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιοτάτους — βαιός little masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαιοτέρη — βαιός little fem nom/voc comp sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”