μαζός

μαζός, (vgl. μάομαι, μασάομαι u. μάσσω), die Brustwarze (nach Suid. eigtl. vom Manne), βάλε στῆϑος παρὰ μαζόν, Il. 8, 121 u. öfter, er traf die Brust an der Warze, wie στέρνον ὑπὲρ μαζοῖο, 4, 528, δεξιτερὸν κατὰ μαζόν, 5, 393, öfter vom Manne. – Von der Frau, die Brustwarze, an der das Kind saugt, die Mutterbrust, μαζὸν ἀνέσχεν, ἐπέσχον, die Brust geben, Il. 22, 80. 83, γυναῖκα δὲ ϑήσατο μαζόν, 24, 58, u. so in der Od., πάϊς δέ οἱ ἦν ἐπὶ μαζῷ, sie hatte einen Knaben an der Brust, Od. 11, 448. 19, 483; αὐτὴ προςέσχε μαζόν, Aesch. Ch. 524; μαζὸς σπαργῶν ἔτι, Eur. Bacch. 700, σῶν ἀπὸ μαζῶν Hec. 144; sp. D., wie in der Anth., γλαγόεντες, ἐΰζυγες, ἱμερόεντες, Sosip. 3 (VI, 56). – Auch bei Her., ἐπεζωσμέναι καὶ φαίνουσαι τοὺς μαζούς, 2, 85, mit der v. l. μαστός, 4, 202. 9, 112. – Auch von Thieren, das Euter, die Zitze. – Uebertr., die Amme, Callim. – Auch = μάζινος 2. – Vgl. μαστός, μασδός, μασϑός.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μαζός — (I) μαζός, ὁ (Α) βλ. μαστός. (II) μαζός, ο (Α) το ψάρι μάξεινος* …   Dictionary of Greek

  • μαζός — μαστός b masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστός — Αδενικό όργανο, το οποίο στον άντρα είναι υπολειμματικό και μη λειτουργικό, στη γυναίκα όμως αναπτύσσεται πλήρως και αποτελεί το όργανο του θηλασμού. Οι μ. υπάγονται στα όργανα της αναπαραγωγής· το αδενικό τους στοιχείο είναι ορμονοεξαρτώμενο και …   Dictionary of Greek

  • μεγαλόμαζος — μεγαλόμαζος, ον (Α) (για τη Δήμητρα στη Βοιωτία) μεγάλαρτος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο) * + μαζος (< μάζα), πρβλ. ολό μαζος] …   Dictionary of Greek

  • μονόμαζος — μονόμαζος, ον (Μ) (για αμαζόνα) αυτή που έχει έναν μόνο μαστό, μονοβύζα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο) * + μαζός «μαστός» (πρβλ. δεκά μαζος)] …   Dictionary of Greek

  • ολόμαζος — ὁλόμαζος, ον (Α) ολόκληρος, πλήρης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο) * + μαζος (< μᾶζα), πρβλ. μεγαλό μαζος] …   Dictionary of Greek

  • υπέρμαζος — ον, Μ αυτός που βρίσκεται πάνω από το στήθος, πάνω από τους μαστούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπερ * + μαζός, ιων. τ. τού μαστός (πρβλ. μονό μαζος)] …   Dictionary of Greek

  • Сарматы — Савроматы (Σαρμάται, Σαυρομάται) имя частью этническое, обозначающее отдельную народность, частью географическое, под которым в разное время и у различных писателей разумелись разные народы, не находившиеся в родстве между собою и населявшие… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • амазонка — (иноск.) наездница, а также самое платье, носимое ею для верховой езды Слово это получило начало от амазонок (греч.), баснословных женщин, живших на берегах Черного моря, в Африке, Америке, составлявших отдельный воинственный народ без мужчин.… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Амазонка — (иноск.) наѣздница, а также самое платье, носимое ею для верховой ѣзды. Поясн. Слово это получило начало отъ Амазонокъ (греч.), баснословныхъ женщинъ, жившихъ на берегахъ Чернаго моря, въ Африкѣ, Америкѣ, составлявшихъ отдѣльный воинственный… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Amazones — Pour les articles homonymes, voir Amazone. Amazone, fragment de mosaïque de pavement de Daphné (actuelle Turquie), 2e moitié du IVe …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”