διόσπυρος

διόσπυρος, , u. διόσπυρον, τό, Name einer Obstart, der Weichselkirsche ähnlich, Theophr. bei Ath. II, 50 c.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διόσπυρος — ο γένος φυτών τής οικογένειας εβενίδες τα γνωστότερα είδη που φύονται ή καλλιεργούνται στην Ελλάδα είναι ο Diospyros lotus και ο Diospyros kaki, o λωτός …   Dictionary of Greek

  • έβενος — I (ebenus). Γένος ποωδών ή φρυγανικών φυτών της οικογένειας των ψυχανθών με περίπου 15 είδη, που ευδοκιμούν στις περιοχές γύρω από την ανατολική Μεσόγειο. Έχει φύλλα φτερωτά, τρίφυλλα και σπάνια απλά. Τα άνθη του είναι ροζ ή κόκκινα σε… …   Dictionary of Greek

  • κακί — το ονομασία τού είδους κινεζικός διόσπυρος …   Dictionary of Greek

  • έβενος — ο, η 1. (βοτ.), το δέντρο «διόσπυρος η έβενος», από όπου προέρχεται το ομώνυμο ξύλο για κατασκευή επίπλων. 2. το ξύλο του εβένου, μαύρο, πολύτιμο και πολύ σκληρό, που επιδέχεται στίλβωση, αμπανός, αμπανόζι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διοσπύρου — διόσπυρον fruit of nettle tree neut gen sg διόσπυρος fruit of nettle tree masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διοσπύρῳ — διόσπυρον fruit of nettle tree neut dat sg διόσπυρος fruit of nettle tree masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”