διό-κτυπος

διό-κτυπος, vom Zeus niedergedonnert, Aesch. Suppl. 146, f. L. für ἡλιόκτυπος.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διόκτυπος — διόκτυπος, ον (Α) χτυπημένος από τον Δία. [ΕΤΥΜΟΛ. < διό * + κτύπος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”