δεύρω

δεύρω, = δεῠρο, aus welchem es des Versmaaßes halber gedehnt ist; Homer einmal, Iliad. 3, 240 ἢ δεύρω μὲν ἕποντο. S. Herodian. Μον. λέξ. 26, 82 und Lehrs Anm.; vgl. Scholl. Dion. gr. Bekk. An. 2, 943, 3 und Scholl. Iliad. 3, 240.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεύρω — δεῦρο hither indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύρο — δεῡρο και δεύρω και αιολ. δεῡρυ και αττ. επιτ. δευρί και δεῡρε και δευρεί) (Α) 1. (με ρήματα κινήσεως σημαντικά) εδώ, προς τα εδώ («ἦλθον αἰχμητάων δεῡρο μαχησόμενος», Ιλ.) 2. φρ. «τὰ δεῡρο» τα αισθητά όντα 3. (σε συζητήσεις, επιχειρήματα και… …   Dictionary of Greek

  • au-4, u- (: u̯ē̆-, u̯o-) —     au 4, u (: u̯ē̆ , u̯o )     English meaning: that; other     Deutsche Übersetzung: Pronominalstamm “jener”, also gegenũberstellend “alter, alius”, “andrerseits, hinwiederum”, in zwei aufeinanderfolgenden Satzgliedern gesetzt “dér einerseits… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”