δεύτατος

δεύτατος, der letzte, superlativ. zu δεύτερος, von δεύεσϑαι, Scholl. Aristonic. Iliad. 19, 51 ἡ διπλῆ, ὅτι δεύτατος ἀπὸ τοῠ δεύεσϑαι ὁ ἔσχατος· τὸ δὲ δεύεσϑαι ἐνδεῖν ἐστι, vgl. Scholl. Aristonic. Iliad. 23, 248. Bei Homer findet sich δεύτατος dreimal, überall an derselben Stelle des Verses, mit dem 2. Fuße beginnond: Iliad. 19, 51 αὐτὰρ ὁ | δεύτατος ἦλϑεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων; Odyss. 1, 286 ὅς γὰρ | δεύτατος ἦλϑεν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων; 23, 342 τοῦτ' ἄρα | δεύτατον εἶπεν ἔπος. – Mosch. 4, 65.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεύτατος — δεύτατος, η, ον και δευτάτιος, α και η, ον (Α) τελευταίος, έσχατος («δεύτατος ἦλθεν... Ἀγαμέμνων»). [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού δεύτερος με επίθημα δηλωτικό τού υπερθετικού βαθμού] …   Dictionary of Greek

  • δεύτατος — the last masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύτατον — δεύτατος the last masc acc sg δεύτατος the last neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύτατα — δεύτατος the last neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέω — (I) δέω (AM) Ι. μσν. παρακαλώ κάποιον για κάτι («δέομεν, παρακαλοῡμεν νὰ ὁρίσης») αρχ. 1. έχω έλλειψη, στερούμαι 2. φρ. α) «πολλοῡ δέω» έχω μεγάλη ανάγκη β) «παντὸς δέω» έχω πλήρη έλλειψη γ) «πολλοῡ δέω... ὑπὲρ ἐμαυτοῡ ἀπολογεῑσθαι» πολύ απέχω… …   Dictionary of Greek

  • δευτάτιος — δευτάτιος, ία, ον (Α) βλ. δεύτατος …   Dictionary of Greek

  • deu-3, deu̯ǝ-, du̯ā-, dū- —     deu 3, deu̯ǝ , du̯ā , dū     English meaning: to move forward, pass     Deutsche Übersetzung: 1. ‘sich räumlich vorwärts bewegen, vordringen, sich entfernen”, out of it Lateer 2. “zeitliche Erstreckung”     Material: O.Ind. dū rá ḥ “remote,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”