δεύω

δεύω, benetzen, befeuchten; verwandt διαίνω? oder δύω, δύνω? Hom. nur praes. u. impf.; z. B. ἐκ δ' αὶμα μέλαν ῥέε, δεῠε δὲ γαῖαν Il. 13, 655; εἵματα δ' αἰεὶ δάκρυσι δεύεσκον Od. 7, 260; πυκινὰ πτερὰ δεύεται ἅλμῃ 5, 53; δεύοντο δὲ δάκρυσι κόλποι Iliad. 9, 570; ὥρῃ ἐν είαρινῇ, ὅτε τε γλάγος ἄγγεα δεύει, Milch netzt die Gefäße, d. i. füllt sie, Il. 2. 471. Das einzige Homerische composit., καταδεύω, erscheint an der einzigen Stelle, wo es bei Homer vorkommt, Iliad. 9, 490, im aorist., πολλάκι μοι κατέδευσας ἐπὶ στήϑεσσι χιτῶνα οἴνου ἀποβλύζων ἐν νηπιέῃ ἀλεγεινῇ. – Eur. Phoen. 674, c. gen., αἵματος δ' ἐδευσε γαῖαν; auch in Prosa, μέλιτι καρποὶ δεδευμένοι Plat. Legg. VI, 782 c; von der Asche, σποδιῇ δευόμεναι πλόκαμον, Ep. ad. 482 (VII, 10). Einen aor. δεύεσαν ἀφρῷ hat Ou. Sm. 4511. Uebertr., a) ἐρεμνὸν αἷμ' ἔδευσα, Soph. Ai. 369, d. i. vergießen. – b) bei Xen. Oec. 10, 11 ist δεῦσαι καὶ μάξαι verbunden, einweichen u. kneten; vgl. ἄρτον ὕδατι Cyr. 6, 2, 28; εἰμὴ κόρη δεύσειε τὸ σταῖς Eupol. fr. inc. 40; μάττω, δεύω, πέττω, Ar. Poll. 7, 24; γῆν ὕδατι, beim Ziegelstreichen, Plut. fort. g. E. (p. 309); Dion. Hal. 7, 72; Suid. erkl. δέδευκε, πεφύρακε. – c) δᾷδες πίσσῃ καὶ ῥητίνῃ δεδευμέναι, bestrichen, Herodian. 8, 4, 30.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • δεύω — (I) δεύω (Α) 1. υγραίνω, βρέχω («δάκρυ ἔδευε παρειάς») 2. βρέχω, μουσκεύω κάτι στερεό με νερό, γάλα, κρασί κ.λπ. («δεύω ἄρτον ὕδατι») 3. αλείφω 4. φρ. «ἐρεμνόν αἶμ ἔδευσα» τού έχυσα το αίμα, έκανα να χυθεί το μαύρο του αίμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται… …   Dictionary of Greek

  • δεύω — δέω 2 lack pres subj act 1st sg (aeolic) δέω 2 lack pres ind act 1st sg (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεῦσον — δεύω 1 wet aor imperat act 2nd sg δεύω 1 wet fut part act masc voc sg δεύω 1 wet fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευήσεαι — δεύω 2 miss aor subj mid 2nd sg (epic) δεύω 2 miss fut ind mid 2nd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύσαντα — δεύω 1 wet aor part act neut nom/voc/acc pl δεύω 1 wet aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύσετε — δεύω 1 wet aor subj act 2nd pl (epic) δεύω 1 wet fut ind act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευήσεσθαι — δεύω 2 miss fut inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεῦεν — δεύω 1 wet imperf ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύσαντας — δεύω 1 wet aor part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύσαντες — δεύω 1 wet aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύσαντος — δεύω 1 wet aor part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”