δια-πρό

δια-πρό, durch und auf der andern Seite wieder hinaus oder hervor, durch und durch. Homer oft: Iliad. 4, 138. 5, 66. 281. 538. 7, 260. 12, 184. 404. 13, 388. 607. 647. 14, 494. 15, 342. 16, 309. 821. 17, 393. 518. 579. 20, 276. 21, 164 Odyss. 22, 295. 24, 524; fast in allen diesen Stellen sind Waffen das Hindurchdringende, Theile des menschlichen Leibes oder Schutzwaffen das Durchbohrte; anders Iliad. 17, 893, wo das διαπρό nicht recht deutlich ist: ὡς δ' ὅτ' ἀνὴρ ταύροιο βοὸς μεγάλοιο βοείην λαοῖσιν δώῃ τανύειν, μεϑύουσαν ἀλοιφῇ· δεξάμενοι δ' ἄρα τοί γε διαστάντες τανύουσιν κυκλόσ', ἄφαρ δέ τε ἰκμὰς ἔβη δύνει δέ τ' ἀλοιφὴ πολλῶν ἑλκόντων, τάνυται δέ τε πᾶσα διαπρό· ἃς οἵ γ' ἔνϑα καὶ ἔνϑα κτἑ.; meist ohne casus. mit genitiv. Iliad. 4, 138 διαπρὸ δὲ εἴσατο καὶ τῆς; 5, 281 τῆς δὲ διαπρὸ αἰχμὴ χαλκείη πταμένη ϑώρηκι πελάσϑη; 14, 494 δόρυ δ' ὀφϑαλμοῖο διαπρὸ καὶ διὰ ἰνίου ἦλϑεν. In vielen oder allen Stellen könnte man auch an verba composita denken, z. B. Iliad. 15, 342 διαπρὸ δὲ χαλκὸν ἔλασσεν an διαπροελαύνω, wenn nur neben so vielen Stellen, in denen διαπρό vom verbum äußerlich getrennt ist, eine einzige sich fände mit einem unzweifelhaften composit. von διαπρό. Vgl. διέκ. διέξειμι, διεξερέομαι, ἀποπρό, ἀποπροαιρέω, ἀποπροΐημι, ἀποπροτέμνω, περιπρό, περιπροχέω. – Theocr. 22, 201; Ap. Rh. 4, 513 u. a. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διαπρό — και διά πρό (Α) επίρρ. διαμπερώς, πέρα ώς πέρα …   Dictionary of Greek

  • προδιαστροφῇ — πρό , διά στροφάω turn hither and thither pres subj mp 2nd sg (doric) πρό , διά στροφάω turn hither and thither pres ind mp 2nd sg (doric) πρό , διά στροφάω turn hither and thither pres subj act 3rd sg (doric) πρό , διά στροφάω turn hither and… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιωρισμένα — πρό , διά ὁρίζω divide perf part mp neut nom/voc/acc pl προδιωρισμένᾱ , πρό , διά ὁρίζω divide perf part mp fem nom/voc/acc dual προδιωρισμένᾱ , πρό , διά ὁρίζω divide perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) πρό , διά ὡρίζω perf part mp neut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιωρισμένον — πρό , διά ὁρίζω divide perf part mp masc acc sg πρό , διά ὁρίζω divide perf part mp neut nom/voc/acc sg πρό , διά ὡρίζω perf part mp masc acc sg πρό , διά ὡρίζω perf part mp neut nom/voc/acc sg πρό , διά ὠρίζω perf part mp masc acc sg πρό , διά… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιωρισμένων — πρό , διά ὁρίζω divide perf part mp fem gen pl πρό , διά ὁρίζω divide perf part mp masc/neut gen pl πρό , διά ὡρίζω perf part mp fem gen pl πρό , διά ὡρίζω perf part mp masc/neut gen pl πρό , διά ὠρίζω perf part mp fem gen pl πρό , διά ὠρίζω perf …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιαλύει — πρό , διά ἀλύω to be deeply stirred pres ind mp 2nd sg πρό , διά ἀλύω to be deeply stirred pres ind act 3rd sg πρό , διά λυάω pres imperat act 2nd sg (attic epic ionic) πρό , διά λυάω imperf ind act 3rd sg (attic epic ionic) πρό διαλύω loose one… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιωρισάμεθα — πρό , διά ὁρίζω divide aor ind mid 1st pl πρό , διά ὡρίζω aor ind mid 1st pl πρό , διά ὡρίζω aor ind mid 1st pl (homeric ionic) πρό , διά ὠρίζω aor ind mid 1st pl πρό , διά ὠρίζω aor ind mid 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιωρίσατο — πρό , διά ὁρίζω divide aor ind mid 3rd sg πρό , διά ὡρίζω aor ind mid 3rd sg πρό , διά ὡρίζω aor ind mid 3rd sg (homeric ionic) πρό , διά ὠρίζω aor ind mid 3rd sg πρό , διά ὠρίζω aor ind mid 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιωρίσθη — πρό , διά ὁρίζω divide aor ind pass 3rd sg πρό , διά ὡρίζω aor ind pass 3rd sg πρό , διά ὡρίζω aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) πρό , διά ὠρίζω aor ind pass 3rd sg πρό , διά ὠρίζω aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιώρισε — πρό , διά ὁρίζω divide aor ind act 3rd sg πρό , διά ὡρίζω aor ind act 3rd sg πρό , διά ὡρίζω aor ind act 3rd sg (homeric ionic) πρό , διά ὠρίζω aor ind act 3rd sg πρό , διά ὠρίζω aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιώρισεν — πρό , διά ὁρίζω divide aor ind act 3rd sg πρό , διά ὡρίζω aor ind act 3rd sg πρό , διά ὡρίζω aor ind act 3rd sg (homeric ionic) πρό , διά ὠρίζω aor ind act 3rd sg πρό , διά ὠρίζω aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”