δια-πρεπής

δια-πρεπής, ές, ausgezeichnet, hervorstechend; νῆσος Pind. I. 4. 49; εὐψυχίᾳ, τὴν ϑέαν, Eur. Suppl. 841 I. A. 1588; ἀρετή. Thuc. 2, 34; τὸ διαπρεπές, das Hervorstechen. 6, 16 u. Folgde.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μεταπρεπής — μεταπρεπής, ές (Α) αυτός που διαπρέπει μεταξύ άλλων, διακεκριμένος, ξεχωριστός («ἄφθιτον ἀστερόεντα, μεταπρεπέ ἀθανάτοισιν», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + πρεπής (< πρέπω), πρβλ. αξιο πρεπής, δια πρεπής] …   Dictionary of Greek

  • περιπρεπής — ές, Μ διαπρεπής, άριστος, έξοχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + πρεπής (< πρέπω), πρβλ. δια πρεπής] …   Dictionary of Greek

  • prep- —     prep     English meaning: to come in sight     Deutsche Übersetzung: “in die Augen fallen; Erscheinung, Gestalt”     Material: Arm. erevim “werde visible, erscheine”, erevak ‘shape, Bild, mark, token, sign”, eres (*prep s ), mostly pl. eresk” …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”