δια-πρίω

δια-πρίω (s. πρίω), durchsägen, zersägen; Hippocr.; διαπεπρισμένοι κατὰ τὰς ῥῖνας Plat. Conv. 193 a; ἀπολοίμην καὶ διαπρισϑείην Ar. Equ. 762; διαπεπρισμένα ἡμίσε' ἀκριβῶς Eubul. Schol. Eur. Med. 613; διαπρίειν τοὺς ὀδόντας. die Zähne zusammenknirschen, Luc. calumn. 24. – Med., eigtl. mit den Zähnen knirschen; καρδίαις, heftig zürnen. N. T., K. S.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”